ξαναγύρισμα

ξαναγύρισμα
τό
1) повторное вращение, переворачивание; поворачивание; 2) возвращение (куда-л.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "ξαναγύρισμα" в других словарях:

  • ξαναγύρισμα — το, ατος η πράξη και το αποτέλεσμα του ξαναγυρίζω, η επιστροφή, το αναποδογύρισμα: Το ξαναγύρισμα στα παλιά δεν είναι εύκολο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξαναγύρισμα — το [ξαναγυρίζω] 1. το να ξαναδίνει κάποιος ένα αντικείμενο σε αυτόν που τού ανήκει, επιστροφή 2. επανάκαμψη, επάνοδος 3. επανατοποθέτηση ανάποδα 4. γύρισμα κινηματογραφικής ταινίας για άλλη μια φορά …   Dictionary of Greek

  • ανακυκλισμός — ἀνακυκλισμός, ο (Α) συμπλήρωση κύκλου, ξαναγύρισμα …   Dictionary of Greek

  • υποστροφή — η / ὑποστροφή, ΝΜΑ [υποστρέφω] 1. η προς τα πίσω στροφή, πισωγύρισμα, ξαναγύρισμα 2. επιστροφή για αντεπίθεση, επαναστροφή 3. (σχετικά με νόσο) επανεμφάνιση, υποτροπή, υποτροπιασμός νεοελλ. 1. αλλαγή τής πορείας ιστιοφόρου πλοίου με στροφή τής… …   Dictionary of Greek

  • αναβίωση — η ξαναγύρισμα στη ζωή, αναγέννηση: Τη ζωή, ύστερα από τη βαριά αρρώστια που είχε περάσει, την ένιωθε σαν μια αναβίωση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • επάνοδος — η 1. επιστροφή, γυρισμός, ξαναγύρισμα. 2. σχήμα λόγου όπου οι λέξεις μιας πρότασης επαναλαμβάνονται στην επόμενη με αντίστροφη σειρά: Ψάλλει ο κύκνος· ο κύκνος απ αλάργα ψάλλει (Γ. Βιζυηνός) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • επαναστροφή — η 1. επιστροφή, ξαναγύρισμα, γυρισμός, ξαναρχομός. 2. (φιλοσ.), ανακύκλωση, παλιγγενεσία. 3. (ιατρ.), η κατάσταση ιστού ή οργάνου που ξαναγυρίζει σε προηγούμενα στάδια της εξέλιξής του. 4. (χημ.), το φαινόμενο της σύμπτυξης απλών σακχάρων σε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • επιστροφή — η 1. το να δίνεται κάτι πίσω, γύρισμα: Επιστροφή των δανεικών. 2. η επάνοδος σε κάποιο τόπο, ο γυρισμός, το ξαναγύρισμα: Η επιστροφή του ξενιτεμένου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»